Η Ίδρυση του Μεγάλου Πολεμικού Λαχείου (Δεκέμβριος 1940)
Το παρόν τεκμήριο καταγράφει την άμεση οικονομική αναπροσαρμογή του κρατικού μηχανισμού μετά την έναρξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου.
Αφορά την ίδρυση του «Μεγάλου Πολεμικού Λαχείου», το οποίο αντικατέστησε το προπολεμικό «Εθνικό Λαχείο Διαδοχικών Κληρώσεων». Σκοπός της έκδοσής του ήταν η συγκέντρωση εσόδων για την ιατρική περίθαλψη των τραυματιών και τη χρηματοδότηση συσσιτίων για απόρους. Το έντυπο διευκρινίζει ρητά ότι ο νέος αυτός θεσμός δεν ταυτίζεται με το ιστορικό «Λαχείο του Στόλου». Το τελευταίο, έχοντας κόστος 10 δραχμές, εξακολούθησε να κυκλοφορεί ανεξάρτητα και παράλληλα, προοριζόμενο αποκλειστικά για την ενίσχυση του Πολεμικού Ναυτικού.
Σύμφωνα με το πρώτο άρθρο της υπουργικής απόφασης, το Πολεμικό Λαχείο περιελάμβανε 12 κληρώσεις ετησίως, δηλαδή εκδιδόταν και κληρωνόταν σε μηνιαία βάση, με την πρώτη κλήρωση να ορίζεται για τις 31 Δεκεμβρίου 1940. Οι ακριβείς ημερομηνίες των κληρώσεων καθορίζονταν από τη Διοικούσα Επιτροπή Κρατικών Λαχείων.
Η τιμή του Πολεμικού Λαχείου ορίστηκε στις 200 δραχμές για το ακέραιο γραμμάτιο και στις 50 δραχμές για το τέταρτο, με τον πρώτο λαχνό να κερδίζει 2.500.000 δραχμές. Προκειμένου να αποτιμηθεί η πραγματική οικονομική αξία αυτού του ποσού, οφείλουμε να ανατρέξουμε σε ιστορικές πηγές και μελέτες για την οικονομία της εποχής. Ας επισημανθεί, συνεπώς, ότι βάσει ιστορικών δεδομένων των τελών του 1940 και λίγο πριν την εκτίναξη του εξοντωτικού κατοχικού πληθωρισμού, η διατίμηση του ψωμιού βρισκόταν περίπου στις 8 δραχμές ανά οκά, ενώ το μέσο ημερομίσθιο άγγιζε τις 70 δραχμές για τους άνδρες εργάτες και τις 40 για τις γυναίκες. Αντλώντας αυτά τα συγκριτικά στοιχεία, προκύπτει ότι ένα ακέραιο γραμμάτιο ισοδυναμούσε με 25 οκάδες ψωμί ή σχεδόν τρία ανδρικά ημερομίσθια. Γίνεται έτσι κατανοητό ότι η αγορά του, εν μέσω επιστράτευσης, δεν ήταν απλώς μια τυπική συνεισφορά, αλλά αντιπροσώπευε μια σημαντική οικονομική θυσία και αλληλεγγύη των πολιτών για την υποστήριξη των μαχόμενων στρατιωτών, των τραυματιών και των απόρων.


